Το Υπουργείο Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας προειδοποιεί για τη λεϊσμανίαση: η νόσος εντοπίζεται σε περίπου 3% του πληθυσμού
Οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας υπενθυμίζουν τους κινδύνους της λεϊσμανίασης — μιας παρασιτικής νόσου που μεταδίδεται αποκλειστικά μέσω των τσιμπημάτων μολυσμένων θηλυκών σκνιπών. Σύμφωνα με ιατρικούς εμπειρογνώμονες, στην Κύπρο η λοίμωξη ανιχνεύεται σε περίπου 2,5–3% του πληθυσμού, με σημαντικό μέρος των κρουσμάτων να συνδέεται με τη διαμονή ή την παραμονή σε περιοχές με αυξημένη δραστηριότητα των εντόμων.
Όπως σημειώνουν οι γιατροί, οι σκνίπες που μεταφέρουν τη λεϊσμανίαση αναπαράγονται συχνότερα σε υγρά, σκοτεινά μέρη με οργανικά απόβλητα. Στην Κύπρο, οι συνθήκες αυτές είναι πιο χαρακτηριστικές για τις αγροτικές και προαστιακές ζώνες, καθώς και για περιοχές με έντονη κτηνοτροφία.
Στις ζώνες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνονται οι αγροτικές περιοχές και τα περίχωρα όλων των κύριων επαρχιών του νησιού — Λευκωσίας, Λεμεσού, Λάρνακας, Πάφου και Αμμοχώστου. Ιδιαίτερη προσοχή δίνουν οι ειδικοί στα χωριά και τις ημιαστικές ζώνες, όπου υπάρχουν συσσωρεύσεις οργανικών αποβλήτων, τα οποία θεωρούνται σημαντική δεξαμενή του παρασίτου.
Το Υπουργείο Υγείας τονίζει ότι η ασθένεια δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαπλώνεται μόνο μέσω των τσιμπημάτων της σκνίπας. Παρά ταύτα, η λοίμωξη παραμένει ένα επίκαιρο πρόβλημα δημόσιας υγείας, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιες δερματικές βλάβες και μακροχρόνια θεραπεία.
Οι αρχές υπενθυμίζουν ότι η πρόληψη περιλαμβάνει τη χρήση εντομοαπωθητικών, προστατευτικού ρουχισμού κατά τις βραδινές και νυχτερινές ώρες, καθώς και την τοποθέτηση σητών με λεπτό πλέγμα. Επιπλέον, συνιστάται ο τακτικός καθαρισμός των χώρων γύρω από τις κατοικίες και ο έλεγχος της κατάστασης των κατοικίδιων ζώων, ιδιαίτερα των σκύλων.
Οι γιατροί καλούν τους κατοίκους να μην αγνοούν τις δερματικές αλλαγές που εμφανίζονται εβδομάδες ή μήνες μετά από τσιμπήματα εντόμων και να αναζητούν εγκαίρως ιατρική βοήθεια για διάγνωση και πρόληψη επιπλοκών.

